ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΓΑΜΙΝΙΩΤΗΣ

Η πόλη ήρεμη, σκοτεινή, αγκαλιάζει μέσα στα τσιμεντένια κουτιά ψυχές βασανισμένες, ψυχές που πριν κοιμηθούν ονειρεύονται έναν κόσμο λαμπερό. Στον δικό μου μικρόκοσμο τα συστατικά της ευτυχίας έχουν νικοτίνη και αλκοόλ, έχουν κάποιες φορές ένα φθηνό γαμήσι και παροδικές αγκαλιές.

Κάποια γαμημένα βράδια σαν και τούτο θα ήθελα να με αγκάλιαζες όπως τότε που νόμιζα πως ο κόσμος είναι γεμάτος λιβάδια κόκκινες παπαρούνες. Τότε που ένιωθα ανίκητος, μοναδικός, τότε που τα μάτια σου έλαμπαν στο πρώτο φως της μέρας από την δύναμη της Αγάπης,

Αγάπη; Όχι απόψε μωρό μου.

Κλείνομαι κάθε μέρα πιο πολύ πίσω από τα τείχη μου, θωρακίζομαι και γυαλίζω την πανοπλία που κρατούσα στο σεντούκι, μια μάχη που δεν έρχεται, μια αγάπη που πεθαίνει στα βρώμικα στενά αυτής της απρόσωπης πόλης, χάνεται στην νύχτα όπως χάνονται οι τελευταίοι επισκέπτες σε ένα θερινό θέρετρο τέλη Αυγούστου..
Το πρώτο αγέρι, οι πρώτες βροχές, το τοπίο που γίνεται γκρίζο και…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 152 επιπλέον λέξεις

Advertisements